Νηπενθές – Memento Mori*

Τότε η Ελένη, θυγατέρα του Διός, στοχάστηκε αλλά δίχως να περιμένει, ρίχνει στο κρασί τους, μέσα από εκείνο που έπιναν, ένα βοτάνι, που το πένθος σβήνει, τη χολή πραΰνει, κι είναι της κάθε συμφοράς η λησμοσύνη.
Ομήρου Οδύσσεια

Οι άνθρωποι τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα, συνήθιζαν να φωτογραφίζουν τους νεκρούς τους σε πόζες σαν να ήταν ζωντανοί. Το μακιγιάζ, ή το χρώμα, εφαρμόστηκαν στο πρόσωπο του νεκρού για να κρύψει τα κλασικά σημάδια του θανάτου. Το πένθος, ως μνήμη, κρατούσε ζωντανό το δεσμό με το αγαπημένο πρόσωπο και αυτές οι φωτογραφίες έμειναν γνωστές ως Post-mortem.

Το πρώτο νεκροταφείο Αθηνών, είναι ένα μέρος που επισκεπτόμουν για βόλτα και φωτογράφιση, χωρίς να υπάρχει κάποιος δικός μου εκεί να αναπαύεται. Σε κάποια φάση της ζωής μου, όταν και βίωνα κάποιες ιδιαίτερα αδιέξοδες και καταθλιπτικές καταστάσεις, οι επισκέψεις αυτές πύκνωσαν και οι βόλτες σε αυτό κρατούσαν περισσότερο. Άρχισα να αναρωτιέμαι για διάφορα θέματα που αφορούν την απώλεια, τον θάνατο, την θλίψη και τη διαχείριση αυτών των βιωμάτων από αυτούς που μένουν πίσω. Σε αυτή τη φάση, διέκρινα ότι στις φωτογραφίες που τράβαγα στο νεκροταφείο, υπήρχε μια ασυνείδητη αποστασιοποίηση. Δεν μπορούσαν να μεταφερθούν αυτά που ένοιωθα και με προβλημάτιζαν. Συνειδητοποίησα ότι λειτουργούσε μέσα μου ένα ”φρένο” που με εμπόδιζε να πλησιάσω όπως ήθελα κι ένιωθα ότι αυτό ίσως ήταν ασέβεια. Εκείνο όμως που συνέβαινε είναι ότι υπήρχε ένα ταμπού, μεταβιβασμένο από την σύγχρονη κοινωνία και την αντίληψη της γύρω από το θάνατο, που δεν συζητείται εύκολα.

Οι τάφοι στα ορθόδοξα νεκροταφεία μοιάζουν σαν μικροί κιβωτοί μνήμης· σαν παζλ, που οι οικείοι του νεκρού συνθέτουν. Οι φωτογραφίες των νεκρών πάνω στους τάφους, με το πέρασμα του χρόνου και της φθοράς που δημιουργείται σταδιακά, μέχρι τον πλήρη αφανισμό της μορφής αυτού που κάποτε υπήρξε, είναι σαν να περιγράφουν την πορεία της μνήμης σε αυτούς που τον γνώρισαν και της αιώνιας λήθης μέσω του φυσικού περάσματος και των ίδιων. Συνειδητοποίησα ότι ο χώρος του νεκροταφείου είναι ένας χώρος σύγκρουσης μεταξύ της ανθρώπινης προσπάθειας να διατηρήσει τη μνήμη, και του χρόνου που συντρίβει τις προσπάθειες αυτές.

Μπροστά στον ίλιγγο του χάους που ξεδιπλώνει ο θάνατος, απελπισμένα θέλουμε να βάλουμε μια τάξη, να… ωραιοποιήσουμε με κατάλευκα μάρμαρα την αποσύνθεση της ύλης, να πιστοποιήσουμε με αγάλματα και προτομές το πέρασμα μας, να ξορκίσουμε το φόβο μας με σύμβολα πίστης.

Φαίνεται αντιφατικό: η μεταφυσική σαν δεκανίκι της λογικής, και αντίπαλος το χάος του φυσικού κόσμου που σαρώνει και συντρίβει το ανθρώπινο έργο.

υστερόγραφο
Ίσως τελικά οι σκέψεις αυτές να μην αφορούν τον θάνατο, αλλά διάμεσου αυτού μια επισήμανση για τον τρόπο που υπάρχουμε.

*Να θυμάσαι ότι είσαι θνητός


Nepenthe-Memento Mori*

“Then, Heleni, daughter of Zeus, reflected but without waiting, pours into their wine, an herb that fades the mourning, relieves the choler and is the oblivion of every tragedy.”
Homer’s Odyssey

Humans, in 19th and the beginnings of the 20th century, used to take pictures of their dead, posing them, as if they were alive. The make up or the colour, were applied to the face of the dead, in order to hide the typical ravages of death. Mourning, as a memory, kept alive the bond with the beloved one and these photos remained known as “post-mortem”. Post-mortem.

The First Cemetery of Athens, is a place I used to visit for my walks and for taking pictures, without having someone close to me resting there. At a certain personal state of my life, while experiencing some significant predicaments and depressive conditions, my visits there started to become more frequent and my walks there lasted longer. I started wondering about several matters concerning death and loss, sorrow and the handling of such experiences, by those who stay behind. During that phase, I perceived that in the photos I took in the cemetery, existed an unconscious detachment. I realized that inside of me, something like a “brake” prevented me from approaching, the way I wanted and that might be an act of disrespect. But what was really happening, is that there was a taboo, conveyed by modern society and her perception around death, that is not an easy subject for discussion.

The graves in orthodox cemeteries look like small arcs of memories. Like puzzles, composed by the bereaved. The photos of the dead on the graves, through the time lapse and decline, that is gradually created, until the complete extinction of the shape, of whom once existed, seems like they describe the course of the memory of those who knew him and the eternal oblivion through the natural march of time. I realized that the locus of the cemetery, is a place of conflict among the human effort to preserve the memory and the time that crushes these efforts.

Infront of chaos vertigo that death unfolds, we desperate seek to put an order, to beauty with white marbles the disintegration of matter, to certify with statues and busts our passage, to pledge our fear with the symbols of faith.

It feels contradictory: the metaphysics as a crutch for our logic and the chaos of the natural world as the opponent, that sweeps and devastates the human project.

Postscript
Maybe, after all , these thoughts might not concern death, but through him, might signalize the way we exist.

*Remember that you are mortal.